Βόλος: Μόλις μαθεύτηκε για την καθαρίστρια που πλαστογράφnσε το απολυτήριο μετά την υπόθεση Λαζαρίδη

Βόλος: Μόλις μαθεύτηκε για την καθαρίστρια που πλαστογράφnσε το απολυτήριο μετά την υπόθεση Λαζαρίδη

Βόλος: Μόλις μαθεύτηκε για την καθαρίστρια που πλαστογράφnσε το απολυτήριο μετά την υπόθεση Λαζαρίδη

Η περίπτωση μιας εργαζόμενης καθαρίστριας στον Βόλο, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη λόγω ενός πλαστού απολυτηρίου δημοτικού, αποτελεί ένα σημείο αναφοράς για τη συζήτηση περί κοινωνικής δικαιοσύνης και νομικής αυστηρότητας, αν και ως προν το νόμο δεν είναι ίδια με την περίπτωση του κ. Λαζαρίδη, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι δύο υποθέσεις, συζητιέται πολύ.

Η γυναίκα αυτή, η οποία σήμερα βρίσκεται στην ηλικία των 60 ετών, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Mega, περιέγραψε τη διαδρομή από την απόλυτη ανάγκη για επιβίωση μέχρι την εμπειρία του σωφρονιστικού ιδρύματος, τονίζοντας το χάσμα που συχνά υπάρχει ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και την ανθρώπινη πραγματικότητα.

Όλα ξεκίνησαν όταν η τότε 53χρονη γυναίκα, έχοντας ολοκληρώσει μόνο την πέμπτη τάξη του δημοτικού, οδηγήθηκε στην πράξη της πλαστογραφίας προκειμένου να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας. Η ίδια εξήγησε στην εκπομπή Εξελίξεις το κίνητρό της με απόλυτη ειλικρίνεια, αναγνωρίζοντας το λάθος της:

«Ήθελαν απολυτήριο δημοτικού. Ήθελαν μέχρι ΣΤ’ δημοτικού. Εγώ εν τω μεταξύ επειδή ήταν ο άντρας μου ανάπηρος, είχα δύο παιδιά να μεγαλώσω, το παραποίησα για να με πάρουν στη δουλειά. Με πήραν στη δουλειά, δούλεψα 20 χρόνια σχεδόν».

Για δύο δεκαετίες, η γυναίκα προσέφερε τις υπηρεσίες της σε παιδικό σταθμό του Δήμου Βόλου, προσφέροντας τα απαραίτητα για την οικογένειά της, μέχρι που η αποκάλυψη της πλαστότητας του τίτλου σπουδών της έθεσε σε κίνηση μια αλυσίδα δικαστικών διώξεων.

Η περιπέτεια που ακολούθησε ήταν οδυνηρή και διήρκεσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε προσφέρει δεκαετίες εργασίας χωρίς να προκαλέσει βλάβη στο Δημόσιο, η δικαστική της μεταχείριση υπήρξε εξαιρετικά σκληρή, οδηγώντας την ακόμα και στη φυλακή. «Στο πειθαρχικό βέβαια μου είπαν να μην απολυθώ αλλά να με κατεβάσουν βαθμίδα αλλά ο δήμος ζήτησε τη δίωξή μου. Ο δήμος ήθελε να μου τα πάρει και να δώσω και τα λεφτά πίσω στα τόσα χρόνια που δούλεψα. Με πήγαν δικαστήριο. Στο πρώτο δικαστήριο έφαγα 15 χρόνια και στο δεύτερο 10. Και κάθισα 23 μέρες μέσα φυλακή και μετά πήγα Άρειο Πάγο και ο Άρειος Πάγος με αθώωσε. Θα μου μείνουν πάντα, πάντα μέσα στο μυαλό μου. Δεν φεύγουν. Ούτε μία μέρα δεν είναι να περνάς μέσα».

Η τελική αθώωσή της από τον Άρειο Πάγο, με το σκεπτικό ότι η πράξη της δεν προκάλεσε οικονομική ζημία στο κράτος, δεν ήταν αρκετή για να επουλώσει τις ψυχικές και κοινωνικές πληγές που της προκλήθηκαν. Η 60χρονη, αν και αναγνωρίζει το σφάλμα της και ζήτησε συγγνώμη, τονίζει ότι η ζωή της επηρεάστηκε καθοριστικά, καθώς παραμένει σε μια κατάσταση οικονομικής αβεβαιότητας, αναζητώντας μεροκάματο όπου μπορεί.

ΠΗΓΗ