Δίκη Τεμπών | Έκανε την αποκάλυψη ο Ψαρόπουλος για Κωνσταντοπούλου

Δίκη Τεμπών | Έκανε την αποκάλυψη ο Ψαρόπουλος για Κωνσταντοπούλου

Δίκη Τεμπών | Έκανε την αποκάλυψη ο Ψαρόπουλος για Κωνσταντοπούλου

Σε ιδιαίτερα έντονο ύφος τοποθετήθηκε ο Αντώνης Ψαρόπουλος σχετικά με την πορεία της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, εκφράζοντας την αγωνία, τις σκέψεις για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αλλά και τον προβληματισμό του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται η διαδικασία.

Ο ίδιος, ως πατέρας θύματος, ξεκαθάρισε ότι η αποκάλυψη της αλήθειας αποτελεί για εκείνον αγώνα ζωής και προσωπική υπόθεση που δεν πρόκειται να εγκαταλείψει.

Κριτική για τη διαδικασία και αιχμές για τους χειρισμούς

Μιλώντας δημόσια, υπογράμμισε πως η δικαστική διερεύνηση πρέπει να φτάσει μέχρι τέλους, ανεξάρτητα από το ποιοι ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο των ευθυνών. Όπως σημείωσε, δεν υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» όταν πρόκειται για την απόδοση δικαιοσύνης, ακόμη κι αν η έρευνα αγγίξει πολιτικά πρόσωπα ή ισχυρά συμφέροντα. Ωστόσο, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης, επισημαίνοντας ότι οι υφιστάμενες συνθήκες δεν διασφαλίζουν μια ομαλή και δίκαιη διαδικασία. Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανέδειξε είναι ο περιορισμένος χώρος της αίθουσας, ο οποίος, όπως είπε, δεν επαρκεί για να φιλοξενήσει τον μεγάλο αριθμό των εμπλεκομένων.

Σύμφωνα με τον ίδιο, σε μια τόσο σημαντική υπόθεση θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη για τη φυσική παρουσία εκατοντάδων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων συγγενών, δικηγόρων και άλλων παραγόντων της δίκης. Οποιοσδήποτε περιορισμός, τόνισε, δεν είναι απλώς πρακτικό πρόβλημα, αλλά ενδέχεται να επηρεάσει ουσιαστικά τα δικαιώματα των εμπλεκομένων. «Οι ελάχιστοι που πρέπει να βρίσκονται μέσα είναι τουλάχιστον 500 με 600. Ξαναγυρνάμε στο μηδέν ή σχεδόν στο μηδέν μετά από επτά μήνες διαδικασίας» ανέφερε αρχικά ο κ. Ψαρόπουλος.

Ο Αντώνης Ψαρόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα και στις εντάσεις που καταγράφηκαν στις πρώτες συνεδριάσεις, σημειώνοντας ότι οι αντιδράσεις των συγγενών ήταν αναμενόμενες και δικαιολογημένες, δεδομένων των συνθηκών. Όπως εξήγησε, η αδυναμία πλήρους συμμετοχής στη διαδικασία δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια και αίσθημα αδικίας. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στις εξελίξεις γύρω από άλλη σχετική δίκη, η οποία, όπως είπε, οδηγήθηκε ουσιαστικά σε επανεκκίνηση μετά από πολύμηνη διαδικασία. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τους συγγενείς, καθώς τους φέρνει ξανά στην αφετηρία, μετά από μήνες προσπαθειών.

Στο ίδιο πλαίσιο, άσκησε κριτική τόσο σε χειρισμούς εντός της αίθουσας όσο και στον τρόπο που εξελίχθηκε η διαδικασία. Αν και αναγνώρισε ότι υπήρξαν προκλητικές ή έντονες τοποθετήσεις από πλευράς ορισμένων συνηγόρων, υποστήριξε ότι η αντίδραση της έδρας δεν ήταν η πλέον ενδεδειγμένη. Όπως ανέφερε, θα μπορούσαν να εξεταστούν άλλες λύσεις αντί της διακοπής της διαδικασίας. «Δεν υπήρξε στοιχειώδης συνεννόηση», ανέφερε σε άλλο σημείο για την έλλειψη συντονισμού.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην έλλειψη συντονισμού μεταξύ των συνηγόρων που εκπροσωπούν τους συγγενείς των θυμάτων. Όπως τόνισε, η απουσία κοινής γραμμής και συνεννόησης οδήγησε σε καταστάσεις που τελικά λειτούργησαν εις βάρος της ίδιας της υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι αρκετά επιχειρήματα είχαν βάση, ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκαν αποδείχθηκε, κατά την άποψή του, προβληματικός.

ΠΗΓΗ